Θρύλοι του σπηλαίου Σφεντόνη

   

 

Ο Σφεντόνης

Η Νεράϊδα των Σκαφιδιών (γράφει ο κ. Δημήτρης Παρασύρης συνταξιούχος δάσκαλος)

Μπάμπα κώτι, μπάμπα δούμα  (γράφει ο κ. Δημήτρης Παρασύρης συνταξιούχος δάσκαλος)

 

Ο Σφεντόνης

Παλαιότερα το σπήλαιο χρησιμοποιήθηκε σαν κρησφύγετο αν και όχι ιδιαίτερα έντονα. Η κάπως μαυρισμένη από την καπνιά οροφή κοντά στην είσοδο είναι σήμερα τα μόνα ορατά σημάδια που το μαρτυρούν. Από στόμα σε στόμα έφτασε μέχρι και σήμερα n ιστορία ενός σφακιανού χαϊνη (αντάρτη) ενός Σφεντόνη που κρυβόταν στο σπήλαιο για αρκετό καιρό. Το όνομα του σπηλαίου μάλλον προέρχεται από τον Σφεντόνη.

 

 

Η Νεράιδα των Σκαφιδιών

Λίγο πιο κάτω από του Σφεντόνη, 150 μέτρα, υπάρχει η πηγή Σκαφίδια. Βγάζει λίγο νερό αλλά πολύ χωνευτικό και υγιεινό. Η μαντινάδα "Έρμο Σκαφιδιανό νερό και να 'χα ένα φλιτζάνι να πλύνω την καρδούλα μου και όπου πονεί να γιάνει " τα λέει όλα. Από αυτή τη βρύση οι αρχαίοι Αξικοί είχαν χτίσει ένα τοίχο μέχρι την Αξό. Πάνω στον τοίχο είχαν βάλει κουτσουνάρες και υδρευόταν η αρχαία Αξός που ήταν στο λόφο που είναι πάνω από το σημερινό χωριό. Μέρος σωζόταν μέχρι και των ημερών μας και λεγόταν "τειχιό". Περνώντας μια αυγή από τα Σκαφίδια ο Καββαλομιχάλης, βλέπει μια Νεράιδα που 'χε βγάλει τα ρούχα της και λουζόταν. Μόλις τον αντιλήφθηκε αυτή προσπαθούσε να κρύψει τη γύμνια της και καταλαβαίνοντας τις προθέσεις του τον παρακάλεσε: Αν δε με πειράξεις του είπε θα σου δώσω ένα κουβάρι μετάξι που θα το αναλύουν και τα παιδιά των παιδιών σου και δε θα τελειώνει ποτέ. Αλλά αυτός προχώρησε. Τότε του έδωσε την κατάρα: Όπως τρέμω, έτσι να τρέμουν τα χέρια των απογόνων σου στον αιώνα τον άπαντα.     

 

 

Μπάμπα κώτι, μπάμπα δούμα (Μπάρμπα συκώτι, μπάρμπα γαρδούμα)  

Πιτσιρικάδες όταν βόσκαμε τα μαρτάρια (πρόβατα) στο "Μύρωνος" τα μεγαλύτερα παιδιά μας διηγούνταν ένα θρύλο για το σπήλαιο του Σφεντόνη: 

"Μία φορά ένας κλέφτης είχε μπει στο σπήλαιο και έψηνε συκώτι και τα γαρδούμια (εντόσθια ζώου) ενός αρνιού που είχε κλέψει. Όταν άρχισε να τρωει παρουσιάστηκε ξαφνικά ένας νεαρός, κάθισε σε μια πέτρα απέναντι από τον κλέφτη και του ζήτησε: μπάρμπα κώτι, δηλαδή μπάρμπα δώσε μου συκώτι. Ο κλέφτης τον κοίταξε καλά, αλλά επειδή είχε σβήσει η φλόγα της φωτιάς, με το λίγο φως που έδιναν τα κάρβουνα διέκρινε στο κούτελο του κάτι σκούρο αλλά νόμισε πως ήταν πληγή. Του έδωσε λίγο συκώτι και τον ρώτησε: Πως σε λένε; Σφεντόνη είπε ο νεαρός και ρώτησε και αυτός με τη σειρά του: Εσύ ποιος είσαι; Ο απατός μου (ο εαυτός μου), τρώγε και σκάσε. Όταν τελείωσε το συκώτι και άρχισε να τρώει το γαρδούμι ο νεαρός του είπε πάλι: Μπάρμα δούμι. Του δίνει πάλι ένα κομμάτι γαρδούμι και βάζει την άδεια σούβλα του συκωτιού στα κάρβουνα, τα φυσά και όπως είχε το λίπος άναψε σα λαμπάδα. Στο φως της σούβλας διέκρινε ο κλέφτης ότι αυτό που στο κούτελο του νεαρού είχε νομίσει για πληγή ήταν μάτι. Κατάλαβε τότε ότι ήταν τριαμάτης,  φοβήθηκε, του έμπηξε τη σούβλα όπως ήταν αναμμένη στο μάτι και έτρεξε προς την έξοδο. όταν πλησίασε στην πόρτα άκουσε απ' έξω ποδοβολητό. Σταμάτησε πίσω από ένα βράχο και είδε να περνούν από μπροστά του μια παρέα από άλλους τριαμάτηδες που γύριζαν να κρυφτούν στο σπήλαιο. Μόλις πέρασαν όλοι βγήκε γρήγορα έξω και έτρεξε προς το χωριό. Οι φτέρνες του αγγίζανε στο σβέρκο του από το ζόρε. Εν τω μεταξύ ο νεαρός τριαμάτης μούγκριζε από τους πόνους. Οι άλλοι τον ρωτούσαν τι έπαθε και αυτός τους είπε ότι τον στράβωσε ο "απάτος" μου. Μέχρι να καταλάβουν τι είχε συμβεί ο κλέφτης είχε φτάσει στο Σταυρό (περιοχή στην αρχή του χωριού). Απ' τα Κλινιανά (περιοχή του χωριού)  ακούστηκε το λάλημα του πετεινού. Ξημέρωνε και οι τριαμάτηδες δεν μπορούσαν να μένουν πια στην επιφάνεια της γης. Είπανε μόνο: Ήντα να σου κάμωμενε μπρε που έκραξε ο κούκλης (Τι να σου κάνουμε που έκραξε ο κόκορας) και γύρισαν πίσω." 

Μαζεύαμε ξύλα, συνήθως εύφλεκτα (Σταμναγκάθους, ασπαλάθους), πηγαίναμε μέσα στο σπήλαιο τόσο βαθυά όσο μας επέτρεπε το λίγο φως που έμπαινε από τη μικρή είσοδο (τότε έμπαινε κανείς σκυφτός) ανάβαμε τα ξύλα και πάντα κάποιος μεγαλύτερος που ήταν κρυμμένος πιο μπροστά μέσα έβαζε μια φωνή: Τριαμάτηδες διαόλοι, φάτε τση. Εμείς όπου φύγει φύγει. Τρέχοντας κουτουλούσαμε τις κολόνες και τις πέτρες, πέφταμε σηκωνόμαστε και βγαίναμε έξω με σπασμένα γόνατα και καρούμπαλα στα κεφάλια. Αλλά το επαναλαμβάναμε συχνά. Προ καιρού διάβασα το βιβλίο του Πωλ Φωρ "ο Οδυσσέας ο Κρητικός" που αναφέρει αυτό το θρύλο για τριαμάτηδες στου Σφεντόνη την τρύπα και τα Ζωνιανά γενικά και το συνδέει με το μύθο του Οδυσσέα και τον Πολύφημο. Και σκέφτομαι: Μήπως και εμείς ενδόμυχα, χωρίς να το ξέρουμε, παίζαμε, αναπαριστούσαμε κατά κάποιο τρόπο την περιπέτεια αυτή του Οδυσσέα που περιγράφει ο Όμηρος; Εγώ δε θα σχολιάσω εδώ όσα αναφέρει, για τον Όμηρο, τον Οδυσσέα τους Κύκλωπες και τη σχέση τους με την Κρήτη. Θα αναφέρω μόνο ότι ο θρύλος για τους τριαμάτηδες υπήρχε και υπάρχει ακόμη στα Ζωνιανά, ακόμη και ως παρατσούκλι.